18 Ιούλιος 2019

RSS Facebook Twitter

Διαβάστε επίσης

Σάββατο, 20 Απρίλιος 2019 09:08

Στα «χνάρια» της εβραϊκής κοινότητας της Κέρκυρας

Η παρουσία των Εβραίων στην Κέρκυρα, σύμφωνα με τον καθηγητή του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, Γιώργο Ζούμπο, ανάγεται στα 1147 μ.Χ.. 

Από τα χρόνια της ανδηγαβικής κυριαρχίας, γίνεται μνεία για την ύπαρξη εβραϊκής συνοικίας στο νησί. Η κοινότητα αναπτύσσεται σε ένα κατά καιρούς αντισημιτικό περιβάλλον, ενώ η συμβολή των μελών της στο εμπόριο και γενικότερα στην οικονομία της πόλης είναι σημαντική.

   Όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ιστορικός συγγραφέας και γραμματέας της Καθολικής Αρχιεπισκοπής της Κέρκυρας Σπύρος Γαούτσης, «Καθολικοί και Εβραίοι εμφανίζονται στο νησί, ως οργανωμένες κοινότητες, στα τέλη περίπου του 12ου αιώνα. Έκτοτε, ένα ζήτημα που ανέκαθεν απασχόλησε το εβραϊκό στοιχείο του νησιού, ήταν η ανάγκη συνύπαρξης του χριστιανικού κόσμου με το δικό του, που στηρίζονταν κυρίως στην ανοχή και στην ανάγκη κοινωνικής και οικονομικής συνεργασίας, που πολύ εύκολα οικονομικοί και πολύ λιγότερο θρησκευτικοί λόγοι, μπορούσαν με αναίτιες αφορμές να δυναμιτίσουν.

   Την εποχή της ανδηγαυικής και βενετικής κατάκτησης κι ενώ εξέχοντα ρόλο στα θρησκευτικά ζητήματα της Κέρκυρας κατείχε πλέον ο Λατίνος Επίσκοπος και ο καθολικός κλήρος, η διοίκηση εφάρμοσε μία σειρά μέτρων και διαταγμάτων, με σκοπό να προφυλάξει τον εβραϊκό πληθυσμό από διάφορες χριστιανικές επιβολές. Οι κατά τα άλλα ανεξίθρησκοι Βενετοί θα ακολουθήσουν μία διφορούμενη πολιτική απέναντι στους Εβραίους, που ενώ από τη μία εξέφραζε την εμπιστοσύνη και την ευγνωμοσύνη τους για την υπηρεσία αρκετών εξ' αυτών στις μάχες των Βενετών απέναντι στους Οθωμανούς, από την άλλη εξέδιδε διατάγματα με σκοπό να περιορίσει, να εκμεταλλευτεί και να ελέγξει τη δραστηριότητά τους.

   Υπήρξε πρωτοφανής απαίτηση το 1406 της κερκυραϊκής κοινότητας προς τη Βενετική Γερουσία, με την οποία ζητούσαν να τους επιτρέπεται ο λιθοβολισμός των Εβραίων κάθε Μεγάλη Παρασκευή, αλλά και η εφαρμογή της ταπεινωτικής διάκρισης το 1602, να κυκλοφορούν με μεγάλη γενειάδα και με ένα κίτρινο διακριτικό σήμα στο στήθος ή στο καπέλο, καθώς σε αντίθετη περίπτωση θα τους επιβάλλονταν πρόστιμο, ξυλοδαρμός, εξορία ή φυλάκιση. Σε όλη την καθολική δύση και ορθόδοξη ανατολή άλλωστε, αποτελούσε θανάσιμη αμαρτία να συντρώγεις με Εβραίους, να επισκέπτεσαι τους χώρους λατρείας τους, ενώ στη Βενετία που φιλοξένησε το πρώτο εβραϊκό γκέτο στην Ευρώπη, όπου εγκαταβιούσε μόλις το δύο τοις εκατό του πληθυσμού, επιχειρήθηκε η απόλυτη νομική και πολιτική περιθωριοποίηση των Εβραίων, η παρουσία των οποίων συνδέονταν πάντοτε, με την εξάπλωση της σύφιλης και την ηθική παρακμή που προκαλούσε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία, η τοκογλυφία με την οποία παραδοσιακά ασχολούνταν» επισημαίνει ο κ. Γαούσης.

   Στην Κέρκυρα οι πλέον επιφανείς Εβραίοι, ασχολούνταν με το εμπόριο και κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν όλες σχεδόν τις εμπορικές επιχειρήσεις του νησιού, αποκτώντας διόλου ευκαταφρόνητο πλούτο και δύναμη. Η οικονομική αυτή δύναμή τους σε συνδυασμό με την αφοσίωση που δείχνουν στη Βενετία έχει αποτέλεσμα να έχουν πάντα τη διακριτική προστασία της Βενετίας όταν εκδηλώνονται αντισημιτικές ενέργειες από τον ντόπιο πληθυσμό. Παράλληλα απολάμβαναν προνόμια και είχαν σημαντική επιρροή λόγω της οικονομικής τους δύναμης. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν το 1571 η Βενετία αποφάσισε την εκδίωξη όλων των Εβραίων από το έδαφός της, εξαιρώντας τους Εβραίους της Κέρκυρας.

   Στη σημερινή θέση, της Παλιάς Πόλης της Κέρκυρας, οπού βρίσκονται τα απομεινάρια της εβραϊκής συνοικίας στην Κέρκυρα, η εβραϊκή συνοικία αναπτύχθηκε από το 1622 με σχετικό διάταγμα της βενετικής διοίκησης. Μέσα στη συνοικία υπάρχουν πέντε ορθόδοξες εκκλησίες οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι στη συνοικία κατοικούσαν και χριστιανοί, ενώ η πυκνότητα στη δόμηση της συνοικίας και ο μεγάλος αριθμός ορόφων δημιουργούσαν στο εσωτερικό των σπιτιών άσχημες συνθήκες διαβίωσης.

         «Η εβραϊκή κοινότητα συνείσφερε με κάθε τρόπο στην πολιορκία του νησιού από τους Οθωμανούς το1716 και της απονεμήθηκαν νέα προνόμια. Τότε της παραχωρήθηκε και χώρος για το κοιμητήριο που ήταν σε χρήση ως το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Παράλληλα στα χρόνια των δημοκρατικών κατακτητών Γάλλων, αυτοί εμπνευσμένοι από τις αρχές της ισοπολιτείας, ισονομίας και ανεξιθρησκίας που ευαγγελίζονταν η Γαλλική Επανάσταση, τήρησαν σχετικά ουδέτερη στάση. Έτσι μετά την κατάληψη της Κέρκυρας από τους Γάλλους το 1797, οι Εβραίοι είχαν πλήρη δικαιώματα και συμμετείχαν για πρώτη φορά στη διοίκηση του νησιού, αυξάνοντας όμως την αντιπάθεια των ντόπιων εναντίον τους.

   Στην περίοδο της Αγγλοκρατίας, από τους Εβραίους αφαιρέθηκαν δικαιώματα και κατά καιρούς σημειώνονται αντισημιτικές ενέργειες, καθώς και βανδαλισμοί στα κοιμητήρια τους, όμως αυτοί διατήρησαν ενεργή κοινωνική ζωή, ενώ μονοπώλησαν στο λιανικό εμπόριο ανάμεσα στα νησιά.

   Μετά την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, οι Ισραηλίτες απέκτησαν τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους πολίτες. Η ένωση της Κέρκυρας και των υπόλοιπων νησιών του Ιονίου με το Βασίλειο της Ελλάδος θα αναδείξει την εβραϊκή κοινότητα σε μία από τις πολυπληθέστερες και καλύτερα οργανωμένες στην ελληνική επικράτεια.

   «Η εβραϊκή κοινότητα της Κέρκυρας αναπτύχθηκε και το 1891 αριθμούσε τα 3.000 άτομα» εξιστορεί ο καθηγητής του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, Γιώργος Ζούμπος.

   «Υπήρχαν κύκλοι που ευαγγελίζονταν μία φαντασιακή αντίληψη στα μέσα και πέραν του 19ου αιώνα, ότι όλοι οι καθολικοί είχαν έρθει με σκοπό να νοθεύσουν την ορθόδοξη πίστη των ντόπιων και ότι όλοι οι Εβραίοι ήταν πλούσιοι και τοκογλύφοι που απομυζούσαν τον ντόπιο και φτωχό πληθυσμό από τα πενιχρά του εισοδήματα. Γι' αυτό το λόγο, αντί η Κέρκυρα να αναδειχθεί τότε σε έναν τόπο ειρηνικής συνύπαρξης, μωσαϊκό εθίμων και μπόλιασμα ιδεολογιών, μετετράπη σε πεδίο έντονης αντιπαράθεσης και θρησκευτικής μισαλλοδοξίας. Είναι χαρακτηριστικός ο ανταγωνισμός που επικρατούσε ανάμεσα στα καθολικά μοναστήρια στην Κέρκυρα ή στα καθολικά σχολεία και κύρια τα ιταλικά με το γαλλικό, αλλά και μεταξύ των Εβραίων, οι οποίοι χωρισμένοι σε Ρωμανιώτες και Πουλιέζους ανταγωνίζονταν μεταξύ τους, αποφεύγοντας μέχρι και τους διακοινοτικούς γάμους» επισημαίνει, ο ιστορικός συγγραφέας και γραμματέας της Καθολικής Αρχιεπισκοπής της Κέρκυρας Σπύρος Γαούτσης .

   Το 1891, ένα αποτρόπαιο γεγονός άλλαξε όλη τη ρότα της εξέλιξης της εβραϊκής κοινότητας στην Κέρκυρα

   Όπως εξιστορεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κος Ζούμπος, «την 1η Απρίλη του 1891 δολοφονείται στην Κέρκυρα η μικρή εβραιοπούλα Ρουμπίνα Σάρδα. Οι αστυνομικές αρχές κατηγόρησαν για το έγκλημα τους γονείς της άτυχης μικρής και διέδωσαν ότι είναι χριστιανή με το όνομα Μαρία, που απήχθη από τους Εβραίους. Οι βιαιοπραγίες Χριστιανών εναντίον των Εβραίων συνεχίζονται όλο τον Απρίλη και περιλαμβάνουν προπηλακισμούς και καταστροφές περιουσιών, αλλά και τραυματισμούς και φόνους.

   Ο αντίκτυπος της "συκοφαντίας του αίματος" της Κέρκυρας, όπως ονομάστηκε, είχε αντίκτυπο και στη Ζάκυνθο, και τη Μεγάλη Παρασκευή του Απριλίου του 1891, ο όχλος επιτέθηκε κατά των 271 Εβραίων του νησιού και λεηλάτησε λίγα σπίτια που ήταν έξω από τη συνοικία».

   Μετά από αυτά τα γεγονότα, άρχισε η έξοδος των Εβραίων της Κέρκυρας προς άλλες πόλεις, όπως την Αλεξάνδρεια, το Μάντσεστερ, τη Μασσαλία, τη Ρώμη, την Τεργέστη και ταυτόχρονα ενώνονται οι δύο χωριστές Κοινότητες, Ρωμανιωτών και Απουλιανών. Η εβραϊκή κοινότητα του νησιού έχασε πολλά μέλη και στην απογραφή του 1907 είναι 2.195 άτομα, αποτελώντας το 10% του πληθυσμού της πόλης.

   «Παρά όμως τις θρησκευτικές, πολιτισμικές και εθνικές διαφορές που χαρακτήριζαν διαχρονικά τους εβραίους και τους χριστιανούς στην Κέρκυρα και κύρια τους καθολικούς, ενδιαφέρον έχει η αντιμετώπιση που είχαν και οι δύο στα χρόνια του μεσοπολέμου, δηλαδή από το 1919 έως το 1940, από τους εκπροσώπους της επίσημης πολιτείας, της αστυνομίας, της νομαρχίας, του υπουργείου επί των Εξωτερικών και κυρίως από τις εκπαιδευτικές αρχές του νησιού. Σε ό,τι αφορά στην εκπαίδευση των εβραίων στην Κέρκυρα, πρωταρχικό μέλημα του πληθυσμού αυτού, ήταν η απρόσκοπτη μελέτη των Ιερών Γραφών και της εβραϊκής γλώσσας και η πιστή τήρηση των παραδόσεών του. Τα κείμενα των εβραίων της Κέρκυρας καθώς και τα εγχειρίδια που χρησιμοποιούσαν για τις τελετές και την εκπαίδευσή τους, φανερώνουν ήδη από το 13ο αι. πνευματική και πολιτική ωριμότητα και αργότερα, ιδιαίτερα προοδευτική σκέψη. Η Κέρκυρα για ένα μεγάλο διάστημα υπήρξε κέντρο μελέτης της Τορά, ενώ γνωρίζουμε ότι διακεκριμένοι ραβίνοι επισκέπτονταν την κοινότητα της Κέρκυρας για περιορισμένα χρονικά διαστήματα. Με την ίδρυση της Ιονίου Ακαδημίας το 1824 ο εμπνευστής της λόρδος Guilford, έκρινε απαραίτητη την ύπαρξη έδρας εβραϊκής Γλώσσας και ερμηνείας της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης στη Θεολογική Σχολή της Ακαδημίας, ενώ όλο το 19ο αι. η Κέρκυρα με τυπογραφεία και σχολεία εβραϊκά, έδωσε την ευκαιρία σε προσωπικότητες των εβραϊκών γραμμάτων να επισκεφθούν για να διδάξουν ή να εγκατασταθούν στο νησί» επισημαίνει ο κ. Γαούσης.

   Από τα μέσα του 19ου αι. εντοπίζονται πληροφορίες για το Ισραηλιτικό δημοτικό σχολείο, για τη συμμετοχή Εβραίων μαθητών στο Β' Δημοτικό Σχολείο της πόλης, για την ίδρυση το 1914 του Ισραηλιτικού νηπιαγωγείου, για τη σύσταση, ένα χρόνο μετά, της νυχτερινής Σχολής, όπου άπορα παιδιά διδάσκονταν την ελληνική, την ιταλική και την εβραϊκή γλώσσα.

   Στα εβραϊκά σχολεία διδάσκονταν εκτός από την εβραϊκή γλώσσα, θρησκευτικά, ελληνική γλώσσα, ιστορία, γεωγραφία, φυσική ιστορία, φυσική και χημεία, αριθμητική, γεωμετρία, ιχνογραφία, καλλιγραφία, χειροτεχνία, ωδική και γυμναστική. Από το 1931 δε μέχρι και το 1943, οι μαθητές και μαθήτριες εβραϊκής καταγωγής γίνονταν δεκτοί, αρχικά στο Γ' και αργότερα στο Ε' Δημοτικό σχολείο της Κέρκυρας.

   «Στις αρχές του 1940 ο σχολικός επόπτης Ευάγγελος Παπαϊωάννου επισκέπτεται το σύνολο των σχολείων της δημοτικής περιφέρειας Κερκύρας και καταγράφει συστηματικά τις παρατηρήσεις του. Επισημαίνει τις ελλείψεις και τα προβλήματα, παρέχει δημογραφικές πληροφορίες και αξιολογεί τους συντελεστές της εκπαίδευσης, αλλά και την πρόοδο των μαθητών.

   Στην περίπτωση των ξένων σχολείων όμως υποτάσσεται στην προκατάληψη και στα θρησκευτικά πάθη που χαρακτηρίζουν την πολιτική και κοινωνική ζωή της Κέρκυρας καθ' όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου, και ιδιαίτερα για το εβραϊκό σχολείο αναφέρει: «Βρίσκεται εις το πλέον πυκνοκατοικημένον και ασφυκτικώς οικοδομημένον τμήμα της ακαθάρτου και ανθυγιεινής ισραηλιτικής συνοικίας. Στεγάζεται κακώς, στερείται των απαιτούμενων εποπτικών μέσων διδασκαλίας και η εν γένει εργασία και αποδοτικότις χαρακτηρίζεται ως μετρία και πενιχρά. Το σχολικό κτίριο είναι υγρόν, ανήλιον και ανεπαρκώς φωτιζόμενον, είναι συνεπώς ακατάλληλον εν γένει ως διδακτίριον. Οι μαθηταί του σχολείου τούτου είναι άπαντες ισραηλιτόπαιδες προερχόμενοι εκ της ενταύθα ισραηλιτικής κοινότητας του νησιού. Η μητρική των γλώσσα είναι η ιταλοϊσπανική διάλεκτος, κράμα γλωσσικόν. Πρόκειται κατά ταύτα περί ξενογλώσσων μαθητών, διο και συλλειτουργεί νηπιαγωγείον. Η ισραηλιτική κοινωνία της Κέρκυρας διαφέρει κατά πολύ της εν Ιωαννίνοις τοιαύτης, ήτις έχει τελείως αφομοιωθεί με το ελληνικόν περιβάλλον και με τον πολιτισμόν. Υπολείπεται πολύ ως προς την βαθμίδα πολιτισμού, από απόψεως καθαριότητος, διαίτης, ηθών και εθίμων, μορφώσεως ίσως και αισθημάτων. Οι μαθηταί, τέκνα κακώς διαβιούντων γονέων, πτωχών βιοπαλαιστών, βεβαρυμένων με τα ελαττώματα της ψυχοσυνθέσεως των ισραηλιτών, προσέρχονται ακάθαρτοι κατά το πλείστον, είναι επιρρεπείς εις αταξίες, φιλέριδες, φλύαροι εις υπερβολικόν βαθμόν και επιπόλαιοι, αποτελούσι αντικείμενον ιδιαιτέρας παιδονομίας και προσεκτικής αγωγής. Παρατηρείται δε και το κακόν της φοιτήσεως των ισραηλιτοπαίδων των καλυτέρων οικογενειών εις έτερα σχολεία της πόλεως και ούτω απομένουσιν εις το σχολείον τούτο τα χειρότερα κατά το πλείστον παιδιά» ανέφερε χαρακτηριστικά στην έκθεση του ο σχολικός επόπτης Ευάγγελος Παπαϊωάννου».

   Το Ισραηλιτικό Σχολείο και νηπιαγωγείο, συνέχισε να υπολειτουργεί με πολλά προβλήματα καθ' όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου και της ιταλικής κατοχής. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής που ακολούθησε το χειμώνα του 1943, το ισραηλιτικό σχολείο έκλεισε οριστικά και οι μαθητές του μαζί με τις οικογένειές τους ακολούθησαν το βίαιο εκτοπισμό και την εξόντωση στα γερμανικά κρεματόρια.

   Τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο πληθυσμός της εβραϊκής Κοινότητας έχει περίπου στους 2.000 κατοίκους. Οι περισσότεροι κατοικούσαν στην παλιά συνοικία, ενώ οι πλουσιότεροι έχουν ήδη εγκατασταθεί στη νέα πόλη που οικοδομήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα.

   «Η Κέρκυρα καταλήφθηκε από τους Ιταλούς στις 28 Απριλίου 1941. Σε μια σοφίτα της εβραϊκής κοινότητας, ιδιοκτησίας του εβραίου τυπογράφου Ιωσήφ Βεντούρα, αρχίζει να λειτουργεί παράνομο τυπογραφείο. Το Σεπτέμβρη του 1942 η ιταλική Καραμπινιερία ανακαλύπτει φύλλα των παράνομων εφημερίδων του Ε.Α.Μ. και εξακριβώνει ότι τα στοιχεία ανήκουν στο τυπογραφείο του Βεντούρα ο οποίος συλλαμβάνεται μαζί με δεκάδες μέλη της οργάνωσης. Ο Βεντούρας αναλαμβάνει την ευθύνη και βασανίζεται στις εγκληματικές φυλακές. Δεν αντέχει τα βασανιστήρια και πεθαίνει χωρίς να αποκαλύψει το μυστικό της έκδοσης του παράνομου τύπου. Η γενναιότητα του Βεντούρα είχε σαν αποτέλεσμα να μην υπάρξουν συνέπειες για την οργάνωση. Το τυπογραφείο μεταφέρθηκε στο Μαντούκι όπου και συνεχίστηκε η έκδοση. Το Μάρτη του 1943 χάρη σε δοσίλογο η Καραμπινιερία ανακαλύπτει το τυπογραφείο και προβαίνει σε συλλήψεις οι οποίες παραλύουν προσωρινά τη δράση του Ε.Α.Μ. Η κατοχή του νησιού από τους Γερµανούς αρχίζει στις 27 Σεπτέμβρη 1943. Από τότε οι Εβραίοι γνώρισαν τη δυστυχία και κάθε είδους καταπίεση. Οι Γερµανοί χρησιμοποιούσαν πολλούς τρόπους για να καταρρακώνουν τους Εβραίους», αναφέρει ο κ. Ζούμπος .

   Στις 22 Δεκεμβρίου 1943, δημοσιεύτηκε στο επίσημο όργανο του Γερμανού στρατιωτικού διοικητή Ελλάδος «Εφημερίς των διατάξεων» το διάταγμα σχετικά με την κατάσχεση των περιουσιών όλων των ελληνικής υπηκοότητας Εβραίων, οι οποίοι δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της αστυνομίας και των ταγμάτων ασφαλείας να προβούν σε δήλωση για το πρόσωπό τους. Στο ίδιο διάταγμα διευκρινιζόταν ότι όλες τις περιουσίες (κινητές, ακίνητες, δικαιώματα επικαρπίας, μετοχές, χρεόγραφα κλπ) θα τις διαχειρίζεται η κατοχική κυβέρνηση με τις κρατικές της υπηρεσίες.

   Ο νομάρχης Κέρκυρας, εκτέλεσε άμεσα το γερμανικό διάταγμα και ξεκίνησε να ανιχνεύει και να καταγράφει με λεπτομέρεια, από τις αρχές του Ιούνη του 1944, τις ισραηλιτικές περιουσίες σε όλο το νομό, με ειδικές επιτροπές.

   Ήδη από το Μάρτη οι Εβραίοι της Κέρκυρας διατάχτηκαν να δίνουν καθημερινά το παρόν στις αστυνομικές υπηρεσίες,

   Η εξολόθρευση των Εβραίων της Κέρκυρας δεν συντελέστηκε κατά τον ίδιο χρόνο µε αυτήν των οµοθρήσκων τους στην ηπειρωτική Ελλάδα. Καθυστέρησε κατά δύο µήνες. Στις 7 Ιούνη 1944, και ενώ οι Σύµµαχοι έµπαιναν θριαμβευτικά στη Ρώµη, η Γκεστάπο κίνησε στην Κέρκυρα το «µηχανισμό του θανάτου». Παντού τοιχοκολλήθηκε η διαταγή: «Κάθε Εβραίος που παραµένει εκτός πόλεως πρέπει να επιστρέψει στο σπίτι του ως τις 8 Ιουνίου».

   Την Παρασκευή 9 Ιούνη στις 5 το πρωί τα SS χτυπούσαν µε ορµή τις εβραϊκές πόρτες και επέβαλαν µε τη βία τη συγκέντρωση όλων αδιακρίτως στην Κάτω Πλατεία. Όλοι έσπευσαν να υπακούσουν. Στις 6 το πρωί, SS και Έλληνες χωροφύλακες κύκλωσαν το πλήθος των Εβραίων που είχε συγκεντρωθεί. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα ηγετικά στελέχη της εβραϊκής Κοινότητας και όλοι εκείνοι που διέθεταν γνωριμίες και οικονομική άνεση δεν επεδίωξαν να διαφύγουν και ακολούθησαν την κοινή μοίρα. Διακόσιοι περίπου φυγάδες, οι περισσότεροι από αυτούς γυναίκες, κατόρθωσαν να διαφύγουν σε χωριά στο εσωτερικό του νησιού.

   Λίγες ώρες µετά, στις 9, η οργάνωση του Ε.Α.Μ. κατορθώνει να προκαλέσει ψεύτικο συναγερμό αεροπορικής επιδρομής. Στην ενστικτώδη αντίδραση των Εβραίων για εύρεση καταφυγίου οι φρουροί τους απάντησαν µε πυροβολισµούς στον αέρα και τους ανάγκασαν, να παραµείνουν εκεί. Όταν έληξε ο συναγερμός, ένας Γερµανός αξιωµατικός, βοηθούµενος από διερµηνέα, έκανε προσκλητήριο των οικογενειών. Στη συνέχεια οι αιχµάλωτοι κλείστηκαν στο Παλιό Φρούριο. Ο καθένας εκαλείτο, επί ποινή θανάτου, να αποθέσει µέσα σε ειδικά προετοιμασµένες βαλίτσες, ότι είχε στις τσέπες του: χαρτονοµίσµατα, χρυσάφι, ψαλίδια, ξυριστικές λεπίδες, καπνό, κ.λ.π.

   Από τις ισραηλιτικές κινητές περιουσίες, ένα μέρος περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο, ενώ ένα άλλο μέρος αποτέλεσε αντικείμενο διαρπαγής από «ξεστρατισμένα» άτομα, χωρίς να παρέμβει η αστυνομία, το απόγευμα της 9ης Ιούνη 1944.

   Το ίδιο βράδυ πραγματοποιήθηκε νέος συμμαχικός βομβαρδισμός της Κέρκυρας και οι μεγαλύτερες καταστροφές έγιναν στην εβραϊκή συνοικία.

   Στις 11 Ιουνίου οι Γερμανοί φόρτωσαν πάνω σε μαούνες που τις έσερνε ένα µηχανοκίνητο καΐκι, τριακόσιες Εβραίες. Η αποστολή κατευθύνθηκε προς την ηπειρωτική ακτή, έφθασε στην Ηγουµενίτσα και από μεταφέρθηκε µε φορτηγά στην Αθήνα.

   Στις 14 Ιουνίου, µια δεύτερη οµάδα, που περιλάµβανε όλο τον άρρενα εβραϊκό πληθυσµό και τις υπόλοιπες γυναίκες, στοιβάχτηκε σε ζευγαρωτές µαούνες που τις έσερνε µηχανοκίνητο πλοιάριο. Η αποστολή είχε ως πρώτο σταθµό τη Λευκάδα. Οι κάτοικοι της Λευκάδας υποδέχθηκαν τους αιχμαλώτους µε αίσθηµα βαθειάς συμπόνιας και αλληλεγγύης. Προσέτρεξαν όλοι για βοήθεια.

   Η τρίτη αποστολή έφυγε στις 17 Ιούνη πάλι μέσω Λευκάδας και Πάτρας. Στις 20 Ιουνίου ολοκληρώθηκε η συγκέντρωση των Κερκυραίων Εβραίων στο Χαϊδάρι. Στη συνέχεια τους φόρτωσαν στο σταθµό Λαρίσης, σε βαγόνια για ζώα, ως και εβδοµήντα άτοµα σε κάθε όχηµα. Στους 1.800 Κερκυραίους προσετέθησαν, κάτω από τις ίδιες φρικτές συνθήκες, οι 575 Εβραίοι αιχμάλωτοι που ήταν έγκλειστοι στο Χαϊδάρι.

   Η αποστολή έφτασε στο Άουσβιτς στις 29 Ιουνίου, στις 23:30 το βράδυ. Μέσα σε λίγες μέρες η Ισραηλιτική Κοινότητα της Κέρκυρας έπαψε να υπάρχει στον πληθυσμιακό χάρτη της πόλης με τη Συναγωγή, τα σπίτια και τα μαγαζιά της, να είναι πλέον παρελθόν.

   Γεγονός είναι ότι μέχρι σήμερα, 75 σχεδόν χρόνια μετά, η ηθική και κοινωνική διάσταση της εκμηδένισης των Κερκυραίων Εβραίων από τους Γερμανούς, η τύχη των περιουσιών τους και η στάση των ηγετών της πόλης τον Ιούνη του ΄44 παραμένει ένα περίπλοκο θέμα.

   Η απελευθέρωση βρήκε την Κοινότητα της Κέρκυρας με λιγότερο από 10% του πληθυσμού της. Στις 29 Ιούνη του 1946 επισκέφθηκε την Κέρκυρα εκ μέρους του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου ο Κανάρης Κωνσταντίνης, προκειμένου να συντάξει έκθεση για την υπάρχουσα κατάσταση.

   Τότε, στο κτίριο του σχολείου διαβιούσαν 15 επιζήσαντες των στρατοπέδων υπό άθλιες συνθήκες. Δεν υπήρχαν τζάμια στο κτίριο, ούτε κρεβάτια, ούτε οικιακά σκεύη. Η παρεχόμενη περίθαλψη της Κοινότητας ήταν μηδαμινή ενώ η ελάχιστη κινητή περιουσία των Εβραίων είχε υποστεί λεηλασία και μέρος της φυλάσσονταν στο Ψυχιατρείο της πόλης.

   Τότε έγινε ανασύσταση της Κοινότητας και των δύο φιλανθρωπικών εταιρειών, του Απουλιανού και του Ελληνικού Ναού. Από τις συναγωγές, οι τρεις πουλιέζες καταστράφηκαν στο βομβαρδισμό της 13ης Σεπτέμβρη 1943 και διασώθηκε μόνο η Ελληνική η οποία διατηρείται σε άριστη κατάσταση και λειτουργεί.

   Τα προπολεμικά εβραϊκά κοιμητήρια βρίσκονταν στις παρυφές της πόλης, στο ύψωμα Αβράμη, εκεί όπου σήμερα υψώνεται το συγκρότημα των Γενικών Λυκείων, το Ιόνιο Πανεπιστήμιο και η Αστυνομική Διεύθυνση. Σήμερα έχουν μεταφερθεί στο Κεφαλομάντουκο δίπλα στο Καθολικό και το Ορθόδοξο κοιμητήριο.

    «Χριστιανοί και Εβραίοι στην Κέρκυρα»

   Σε ειδική εκδήλωση που πραγματοποίησε η Καθολική Αρχιεπισκοπή Κερκύρας, το «John Paul Center for Interreligious Dialogue» και το «The Russell Berrie Foundation», με θέμα «Χριστιανοί και Εβραίοι στην Κέρκυρα», ο καθολικός Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης Σπιτέρης, εξιστόρησε την πορεία διαλόγου μεταξύ Εβραίων και Καθολικών κάνοντας μνεία για τις «μαύρες» σελίδες του 19ου αιώνα και φτάνοντας στη σημερινή αλλαγή νοοτροπίας απέναντι στον Εβραϊσμό και τη αναθεώρηση της σχέσης Εκκλησίας-Ισραήλ

   Ο κ. Σπιτέρης κάνοντας μία πλήρη αναφορά της αλλαγής που έχει διαμορφωθεί αυτά τα τελευταία 50 χρόνια, εκ μέρους της Καθολικής Εκκλησίας, σχετικά με τους Εβραίους, μετά και την «τοξική ατμόσφαιρα» του αντισημιτισμού, στάθηκε ιδιαίτερα στην ομιλία του, στη χρονική περίοδο από το 1946 έως στο 1997, και τη σημαντικότητα της Β΄ Συνόδου του Βατικανού «NOSTRA AETATE»

   «Αυτή η ιερή σύνοδος θέλησε να προάγει και να συστήσει την μεταξύ τους αμοιβαία γνωριμία και εκτίμηση τα οποία αποκτώνται πρώτιστα με τις βιβλικές και θεολογικές μελέτες και με έναν αδελφικό διάλογο». Αυτό το κείμενο άλλαξε τη συμπεριφορά των Καθολικών έναντι των Εβραίων. Στο χριστιανικό πεδίο, οι απηχήσεις αυτής της Συνοδικής Διακήρυξης γίνονται αισθητές όχι μόνο σε Καθολικά περιβάλλοντα. Όσο αφορά τις εκδηλώσεις του Πάπα Φραγκίσκου υπέρ των Εβραίων είναι τόσο πολλές και τόσο γνωστές που θεωρούμε περιττό να κάνουμε μνεία, είπε ο κ. Σπιτέρης, καταλήγοντας στην ομιλία του: Τώρα πια είναι ήδη 50 και πλέον χρόνια που Χριστιανοί και Εβραίοι συνεργάζονται για να διαδώσουν ανακοινωθέντα και να γνωριστούν αμοιβαία. Περίπου 100 διακηρύξεις ενάντια στον αντιιουδαϊσμό έχουν γίνει από την Καθολική Εκκλησία και πολλές από άλλες Εκκλησίες. Στο σημείο αυτό και ως συμπέρασμα της πορείας που πραγματοποιήθηκε σε 50 χρόνια εγείρεται ένα πρώτο ερώτημα: η αναγνώριση των λαθών μας που οδηγεί στη μετάνοια, η ταπεινοσύνη να ζητήσουμε συγγνώμη δημοσίως, θα φέρει τη μεταστροφή ενάντια κάθε μορφής αντισημιτισμού;», πρόσθεσε ο κ. Σπιτέρης.

   Στην ίδια εκδήλωση πήραν το λόγο εκ μέρους της Ισραηλητικής Κοινότητος, ο ιατρός Ρουβήμ Μόρδος,ο οποίος ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «οι σχέσεις Εβραίων και Χριστιανών πολλές φορές ήταν αρμονικές, αλλά και όταν δεν ήταν αρμονικές εμείς προσπαθήσαμε να τις κάνουμε αρμονικές», είπε.

   Ιδιαίτερα συγκινητικός ήταν ο λόγος του πρώην πρόεδρου της εβραϊκής κοινότητας της Κέρκυρας, Λίνου Σούση, ο οποίος καταλήγοντας τόνισε: «έζησα μαζί σας υπέροχα χρόνια, έχω να θυμάμαι χίλια και ένα καλά από σας. Οι φίλοι μου οι αδερφοί μου Χριστιανοί, που σπούδασαν τα παιδιά τους ήρθαν κοντά μου και ως μηχανικός τους προσέφερα έργο και οι σχέσεις μας ήταν άψογες. Ακόμη και σήμερα ιερείς Ορθόδοξοι και Καθολικοί με βλέπουν στο δρόμο και με φιλάνε και τους φιλάω , γιατί τους αγαπάω, γιατί είμαι ένα κομμάτι από σας. Δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω, απλώς θα υπογραμμίσω ότι το τρίπτυχο Πατρίδα- Θρησκεία- Οικογένεια δε μπορεί να υπάρξει αν δεν υπάρχει πριν από αυτό ένα άλλο τρίπτυχο, Παιδεία- Παιδεία-Παιδεία, αυτό το τρίπτυχο μονάχα, στις κοινωνίες, με διαπλάτυνση της δημοκρατικής βάσης και με την "καλλιέργεια" που πρέπει να υπάρχει, θα μπορούν να συσφίξουν σχέσεις προς όφελος, όχι μόνο μιας μερίδας, αλλά προς όφελος όλων» κατέληξε.

   Το 1948, η κερκυραϊκή εβραϊκή κοινότητα αριθμούσε 170 μέλη. Σήμερα ακόμα λιγότερα, όμως οι σχέσεις των απομεινάντων, διασωθέντων, Εβραίων με τους Κερκυραίους, αποτελούν πλέον σχέσεις ζωής, που μετρούν στο ενεργητικό της κοινής τους διαβίωσης στο νησί, σχεδόν εννιά αιώνες.

blog comments powered by Disqus
thesspress

thesspress

info@thesspress.gr