12 Δεκέμβριος 2019

RSS Facebook Twitter

Διαβάστε επίσης

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Δευτέρα, 11 Νοέμβριος 2019 18:52

Κ.Θ.Β.Ε. Οι «Τρείς αδερφές » του Τσέχοφ σε μια κλασική παράσταση

«Η απαίτηση είναι οι ήρωες  να καταλήγουν δραματικά αποτελεσματικοί. Αλλά στη ζωή οι άνθρωποι δεν αυτοκτονούν ή κρεμιούνται ή ερωτεύονται ή λένε έξυπνα πράγματα κάθε λεπτό.

 Περνάνε το χρόνο τους τρώγοντας, πίνοντας, τρέχοντας πίσω από γυναίκες ή άντρες, λέγοντας ανοησίες. Είναι απαραίτητο αυτό να φανεί στη σκηνή. Ένα έργο πρέπει να περιλαμβάνει ανθρώπους που πάνε και έρχονται, δειπνούν, μιλάνε για τον καιρό, ή παίζουν χαρτιά, όχι επειδή το θέλει ο θεατρικός συγγραφέας, αλλά επειδή έτσι συμβαίνει στην πραγματική ζωή. Η ζωή στη σκηνή πρέπει να είναι όπως στην πραγματικότητα και οι άνθρωποι, επίσης, πρέπει να είναι αληθινοί κι όχι πάνω σε ξυλοπόδαρα» (Αντόν Τσέχοφ)

   Στη σκηνή του θέατρου της Ε.Μ.Σ. συμβαίνει ακριβώς αυτό, μ’ έναν ορθολογιστικό, γήινο, ρεαλιστικό, κλασικό τρόπο, έτσι όπως ενορχήστρωσε τις πράξεις του έργου ο μαέστρος -  σκηνοθέτης.  Το Κ.Θ.Β.Ε.  είχε ανεβάσει  τις  «Τρεις αδερφές» το 1979,  σε σκηνοθεσία και μετάφραση Γιώργου  Σεβαστίκογλου. Σαράντα  χρόνια μετά, το φέρνει και πάλι στη σκηνή του ίδιου  θεάτρου,  χρησιμοποιώντας την ίδια μετάφραση και αναθέτοντας  τούτη τη φορά τη σκηνοθεσία στον Λιθουανό Τσέζαρις Γκραουζίνις, ο οποίος είχε και στο παρελθόν ασχοληθεί με τις  τσεχοφικές «Τρεις αδερφές». Τώρα  προχώρησε σε μια νέα ανάγνωση, σχηματοποιώντας εικόνες και δράση  με  ματιά κλασική μεν, αλλά  όχι αδιάφορη.  

   Τα αριστουργήματα  της  ωριμότητας του Τσέχοφ ανέβηκαν σε θεατρικές παραγωγές του «Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας μεταξύ 1898 και 1904 αντιπροσωπεύοντας, αναμφισβήτητα, το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό επίτευγμα του, και, συγχρόνως, μία από τις πιο επιφανέστερες όψεις ενός πλήρους δραματικού σύμπαντος. Οι «Τρεις Αδελφές» εμφανίζονται απαράμιλλα στον συνδυασμό της  νατουραλιστικής λεπτομέρειας, της ψυχολογικής  διορατικότητας και της ποιητικής έντασης. Η καινοτομία του Τσέχοφ, όπως διάβασα, ήταν να επιτευχθεί μια σύνθεση μεταξύ θεατρικότητας και πραγματικότητας, καθοδηγώντας γεγονότα που φαίνεται να μην έχουν κανένα ορατό μέσο προώθησης, και αναπτύσσοντας μια φόρμα που φαίνεται να μην έχει καμία φόρμα.

   Όπως και στον Σαίξπηρ, τα θεατρικά έργα του Τσέχoφ επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες. Καθώς ξεδιπλώνονται στη σκηνή οι λεπτές αποχρώσεις της τονικότητας, οι χειρονομίες, οι χαρακτηρισμοί, προσδίδουν στα έργα άπειρα νοήματα.        


Η υπόθεση

  Το έργο είναι ένας χορικός θρήνος για την απώλεια της ζωής. Στο κέντρο του χορού βρίσκονται οι τρεις αδερφές Πρόζορωφ. Η  Όλγα, μια ανύπαντρη δασκάλα. Η Μάσα, παντρεμένη με τον Κουλίγκιν και η Ειρήνα, η οποία είναι είκοσι χρόνων στην αρχή του έργου. Αυτοί οι κύριοι χαρακτήρες πλαισιώνονται από ένα συμπληρωματικό πλήθος  ανθρώπων.  Είναι ο Αντρέι, ο αδερφός των τριών γυναικών , ο Βερσίνιν, διοικητής μονάδας πυροβολικού της φρουράς της επαρχιακής πόλης  όπου ζουν οι αδερφές και ο Τούζενμπαχ ο υπολοχαγός, που είναι  ερωτευμένος με την Ειρήνα. Άλλοι χαρακτήρες είναι ο Τσεμπουτίκιν, ένας στρατιωτικός γιατρός, η Ναταλία, μνηστή του Αντρέι και μετέπειτα γυναίκα του, ο δάσκαλος Κουλίγκιν και ο Σαλιόνι, επίδοξος μνηστήρας της μικρότερης. Καθένας τους έχει  μια ξεχωριστή ζωή, μέχρι που όλες συγκλίνουν και δημιουργούν την πολύπλοκη, γοητευτική  αρμονία του έργου. Παρόλο που οι λεπτομέρειες των ονείρων της κάθε αδερφής διαφέρουν, όλες  εμμένουν  στο ίδιο ρεφρέν: «Στη Μόσχα!».

    Έντεκα χρόνια πριν την κύρια δράση, η οικογένεια ζούσε στη Μόσχα και οι τρεις αδερφές προσβλέπουν σ’ αυτή,  την εκπλήρωση  των ονείρων τους. Η Όλγα σκέφτεται πως θα ήταν ευτυχισμένη αν είχε παντρευτεί, ενώ η Μάσα σκέφτεται ότι θα ήταν ευτυχισμένη αν δεν το είχε κάνει. Η Ειρήνα πιστεύει ότι η ευτυχία βρίσκεται στην εργασία, όμως,  όταν πηγαίνει να δουλέψει το μετανιώνει. Ο Αντρέι πιστεύει ότι θα ήταν ευτυχής αν ήταν καθηγητής στη Μόσχα, αλλά δεν κάνει καμιά προσπάθεια να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα.

  Οι τρεις αδελφές έχουν μόνο μία επιθυμία στην ψυχή τους. Να πάνε στη Μόσχα και να ζήσουν εκεί. Δεν υπάρχει κανένας λόγος στη γη, οικονομικός, συναισθηματικός ή άλλος,  που  να τους εμποδίζει να πάρουν το τρένο  για την «γη της επαγγελίας». Αλλά δε θα το κάνουν ποτέ. Δεν μπορούν να το κάνουν. Και στην παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. οι θεατές   νιώσαμε απόλυτα,  ότι εάν  οι αδερφές Πρόζορωφ μεταφέρονταν μ’ έναν μαγικό τρόπο στην Μόσχα, θα μελαγχολούσαν  θανάσιμα, μόλις ο ενθουσιασμός του «θαύματος»  είχε  φθαρθεί. Ο Τσέχοφ  είναι ο εμπνευστής  όχι της δράσης, αλλά της αδράνειας. Η τραγωδία της αδράνειας είναι τόσο συντριπτική, όπως  η τραγωδία ενός Οθέλλου,  καθώς συνθλίβεται από την κακία των άλλων.  ‘Όμως, ποιος θα αρνηθεί ότι η βάση της ανθρώπινης δυστυχίας είναι ακριβώς αυτή η αδράνεια, αυτό το σύνδρομο αναβλητικότητας που δέρνει  τη σκέψη κι αντί της εκτέλεσης της επιθυμίας, παραμένει ο αναποφάσιστος στον κόσμο των ονείρων που έπλασε, για να είναι  ένας διαρκής κυνηγός του ιδεατού;


Η παράσταση

 Ο σκηνοθέτης Τσέζαρις  Γκραουζίνις   υπογραμμίζει με σαφήνεια την εύθραυστη, κωμική επιμονή στο  «πρέπει»,   μέσα από  τις ατομικές  ιδιοτροπίες, τις συλλογικές  ξεθωριασμένες αυταπάτες και τις  ομαδικές  σπασμένες υποσχέσεις, τις  τόσο διαδεδομένες στον κόσμο του Τσέχοφ. Δεν υπάρχει κεντρικό  πρόσωπο, ένας ήρωας, ένας πρωταγωνιστής.  Τέσσερα αδέρφια επιθυμούν διακαώς  να επιστρέψουν στη Μόσχα, καθώς πιστεύουν ότι η επιστροφή εκεί,  θα  είναι η πανάκεια για όλα τα δεινά της ζωής τους. Αυτή η υπόθεση, φυσικά, είναι μια όμορφη πλάνη. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον εαυτό του, κάτι που προσπαθούν μάταια  οι ήρωές μας.

   Ο Τσέζαρις  Γκραουζίνις δήλωσε σε συνέντευξή του : «η απόπειρα ν' ανεβάσει κανείς τις «Τρεις Αδερφές» αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για έναν καλλιτέχνη του θεάτρου. Θα έλεγα, κάνοντας χιούμορ, ότι μπορεί κανείς να πάρει το έργο και να το κάνει ένα γλυκό μελόδραμα για ηλικιωμένους μικροαστούς. Αλλά αν το παρατηρήσει προσεχτικά και το προσεγγίσει με ειλικρίνεια και χωρίς προκαταλήψεις, τότε προκύπτει ένα ερέθισμα που τον αναγκάζει να αναμετρηθεί με πιο υπαρξιακά, ακόμα και μεταφυσικά θέματα».

   Επομένως, πριν από τον Μπέκετ  ο Τσέχοφ είχε ανακαλύψει ότι η φάρσα και η τραγωδία κατοικούν στο ίδιο ανθρώπινο σκαρί. Ο σκηνοθέτης προσείδε  κι άλλες ομοιότητες μεταξύ του Τσέχοφ,  άρχοντα  του ρεαλισμού, και του Μπέκετ, πρωτοπόρου φιλόσοφου  του υπαρξισμού. Με την έμφαση στην επεισοδιακή ροή των γεγονότων, τα πρόσωπα  περνούν τη ζωή τους μιλώντας και περιμένοντας,  περιμένοντας και μιλώντας. Στο μεταξύ,  κυλά ο χρόνος. Δε φέρνει  κάποια ικανοποίηση αλλά μόνο  απελπισία. Ο  Γκραουζίνις  τονίζει αυτήν την απελπισία αφήνοντας τούς διάφορους χαρακτήρες να παρασύρονται σε ιδιωτικές, ουτοπιστικές  ονειροπολήσεις. Ο διάλογος γίνεται μονόλογος. Κανείς δεν ακούει κανέναν.  Μιλάει, για παράδειγμα,  ο Αντρέι και οι  γύρω του  συζητούν μεταξύ τους ή όταν  προσπαθεί να εξομολογηθεί  στις αδελφές του στην  τρίτη Πράξη και να ζητήσει τη συγχώρεσή τους, η Μάσα τρέχει  να συναντήσει τον εραστή της, ενώ  η Όλγα με  την  Ειρήνα τον αγνοούν και   κλειδώνονται στον «κόσμο» τους.

   Ενδιάμεσα, ο σκηνοθέτης  ελαφρύνει την ατμόσφαιρα της προσθαφαίρεσης στις  κουβέντες, μπολιάζοντας στο αριστοκρατικό, έστω ξεπεσμένο,  σαλόνι,  σκηνές  από ρεβύ πίστας, όταν, αίφνης, χορεύει  ο θίασος των ενστόλων ομοθυμαδόν, ελάχιστα πριν το διάλειμμα,  σε μια συμβολική χορογραφία, υπαινικτική για τα όσα φαιδρά συμβαίνουν πίσω από τις κουρτίνες, εκείνα που επινοούν οι αστοί μιας  επαρχιακής πόλης για να κομματιάσουν τη ρουτίνα τους. Η εμπειρία και οι γνώσεις του μας δίνουν εξαιρετικές εικαστικές εικόνες με τη διάταξη των ηθοποιών επί σκηνής και με τα δύο επίπεδα δράσης. Στο  βάθος ένα τεράστιο οβάλ τραπέζι για τη σύναξη όλων των προσώπων σ’ ένα δείπνο ή γεύμα ή απεριτίφ  μετά συζητήσεως  και στο προσκήνιο οι άλλοι χώροι. Εσωτερικοί ή εξωτερικοί.


              


   Ο μόνιμος συνεργάτης του Γκραουζίνις   Κέννυ Μακ Λέλλαν  σχεδίασε ένα υπέροχο, κλασικής  αντίληψης, λιτό, μινιμαλιστικό  σκηνικό, το οποίο με την εικαστική συνεργία των φωτισμών του Αλέκου Γιάνναρου, υποδηλώνει την αλλοτινή αίγλη του παλιού,  υποθηκευμένου πλέον αρχοντόσπιτου των τριών αδελφών. Η Κλαιρ Μπρέισγουελ έντυσε με καλαίσθητα κοστούμια σε άσπρο – μαύρο τις τρεις  αδερφές, ενώ έδωσε  έντονα χρώματα  στη Νατάλια και, βεβαίως, φόρεσε τις χακί στολές στους άνδρες της ιστορίας. Κομψό  στιλ της εποχής και αρμονία με τον ολόμαυρο περιτοιχισμό  της τεράστιας σκηνής του θέατρου.  Η μουσική του Μαρτίνας  Μπιαλομπζέσκις ανένταχτη χρονικά μεν, άκρως ενδιαφέρουσα δε, επειδή συνοδεύει καίρια  συναισθήματα αγωνίας, φόβου, έκπληξης, χαράς, απογοήτευσης. Η ΄Εντγκεν Λάμε  δίδαξε στους ηθοποιούς μια κλασική κινησιολογική έκφραση και συμπεριφορά.

    Ο Τσέζαρις  Γκραουζίνις αναδείχνει  τη σαρκαστική-  κατά βάθος μελαγχολική ειρωνεία - αλλά και το δραματικό υπόστρωμα των χαρακτήρων και της πλοκής και πετυχαίνει,  χωρίς να ασεβήσει στην εποχή του έργου, να το κάνει οικείο και πολύ κοντινό μας. Είμαστε - επί τρίωρο -  απέναντι σ’  έναν  διαχρονικό  καμβά, θα έλεγα, όπου  «ζωγραφίζονται» οι χαμένες προσδοκίες, τα πάθη, τα ελαττώματα, ο παραλογισμός, οι προβληματικές σχέσεις, η ανέφικτη ευτυχία, τα εργασιακά και κοινωνικά αδιέξοδα του ανθρώπου στη σύγχρονη κοινωνία.

   Οι ερμηνείες των ηθοποιών κινούνται  στη γραμμή που όρισε ως πρέπουσα ο σκηνοθέτης. Η Όλγα, η Μάσα και η Ειρήνα  ενσαρκώνονται από πολύ νεαρά κορίτσια, τα οποία φέρνουν μεν  τη φρεσκάδα της νιότης τους, στερούνται δε  την ωριμότητα της θέσης τους, εφόσον  οι εμπειρίες ζωής τους είναι ελάχιστες.  Μοναδική παραφωνία στα μάτια μου, η άχαρη μεταμόρφωση του καλού ηθοποιού Κωνσταντίνου Χατζησάββα σε ευτραφή Αντρέι. Ατυχής η «πάχυνσή» του με πρόσθετα ρούχα ή τι άλλο του έβαλαν  κάτω από το κοστούμι του. Ωστόσο, όλοι οι ερμηνευτές  ικανοποιούν το κοινό και κερδίζουν επάξια το θερμό του χειροκρότημα.

   Πρόκειται για μια κλασική παράσταση που σέβεται κείμενο και θεατές. Να προσθέσω ότι γράφοντας «κλασική» συνειδητοποιώ, ευτυχώς, πως δεν έχω παρασυρθεί από τη νεόκοπη τάση της εποχής να θεωρείται ό,τι κλασικό στο θέατρο, ως  ξεπερασμένο, δηλαδή,  προς αποφυγήν. Η αλήθεια είναι ότι  σέρνεται  μια γενική διαπίστωση ότι πολλοί  νεότεροι σκηνοθέτες, στην προσπάθειά τους να εκσυγχρονίσουν τους κλασικούς,  επιμένουν να ανατρέψουν οτιδήποτε θεωρήσουν παραδοσιακό, άρα  παλιομοδίτικο. Απορρίψτε κάθε τέτοια σκέψη. Η συγκεκριμένη παράσταση είναι υψηλής αισθητικής, έστω κι αν  αυτή η φράση είναι, πλέον,  «κλισέ».

  


Συντελεστές:

Μετάφραση: Γιώργος Σεβαστίκογλου
Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Σκηνικά: Κέννυ Μακ Λέλλαν
Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ
Μουσική: Μαρτίνας Μπιαλομπζέσκις
Κίνηση: Έντγκεν Λάμε
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Μπάρλας
Α΄ βοηθός σκηνοθέτη: Μάριος Καρβουνάκης
Β΄βοηθός σκηνοθέτη: Ιορδάνης Αϊβάζογλου
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Μαρία Μυλωνά
Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου
Οργάνωση παραγωγής: Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Διανομή: Κωνσταντίνος Χατζησάββας: Πρόζορωφ, Αντρέι Σεργκέγεβιτς
 Κλειώ-Δανάη Οθωναίου: Νατάλια Ιβάνοβνα, αρραβωνιαστικιά του, κατοπινά γυναίκα του
 Χριστίνα Χριστοδούλου: Όλγα 
Ιφιγένεια Καραμήτρου: Μάσα  αδελφές του 
Λένα Νάτση: Ειρήνα 
Απόστολος Πελεκάνος: Κουλίγκιν, Φιόντορ Ιλίτς, καθηγητής γυμνασίου, σύζυγος της Μάσα 
Γρηγόρης Παπαδόπουλος: Βερσίνιν, Αλεξάντρ Ιγκνάτιεβιτς, αντισυνταγματάρχης, διοικητής πυροβολαρχίας
 Αλέξανδρος Κουκιάς: Τούζενμπαχ, Νικολάι Λβόβιτς, βαρώνος, υπολοχαγός 
Σαμψών Φύτρος: Σαλιόνυϊ, Βασίλιγ Βασίλιεβιτς, λοχαγός 
Μανώλης Μαυροματάκης: Τσεμπουτίκιν, Ιβάν Ρομάνοβιτς, στρατιωτικός γιατρός 
Μάρκος Γέττος: Φεντότικ, Αλεξέι Πετρόβιτς, ανθυπολοχαγός 
Χρήστος Μαστρογιαννίδης: Ρόντε, Βλαντιμίρ Κάρλοβιτς, ανθυπολοχαγός 
Γιώργος Σφυρίδης: Φεραπόντ, γέροντας, δουλεύει φύλακας στο Επαρχιακό Συμβούλιο 
Μαρία Καραμήτρη: Ανφίσα, παραμάνα, γριά ογδόντα χρονών 
Χρίστος Νταρακτσής: Ορντινάντσα


ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

blog comments powered by Disqus
thesspress

thesspress

[email protected]